Η Υφαντική Τέχνη στη Λευκάδα

Η Υφαντική Τέχνη στη Λευκάδα

Γράφει η Μαυρέττα Αρβανίτη

Η ιστορία της Υφαντικής Τέχνης στη Λευκάδα είναι μια υπέροχη διαδρομή με σχέδια χρώματα και τέχνη. Αν μπορούσα να γράψω αυτά που έμαθα από τη μάνα μου και τις γιαγιάδες μου για την Υφαντική Τέχνη στη Λευκάδα θα χρειαζόμουν απεριόριστο χρόνο.

Όμως, θα προσπαθήσω με λίγα λόγια και αρκετές φωτογραφίες να σας πω, ότι τέτοια τέχνη, τέτοια ομορφιά, τέτοια χρώματα και τέτοια σχέδια, μόνο ιδιαίτερες και χαρισματικές γυναίκες μπορούν να φτιάξουν. Και τα είχαν, και την ιδιαιτερότητα και το χάρισμα. Τα είχαν γιατί ήταν ότι πολυτιμότερο που θα έδιναν προίκα στα κορίτσια τους, μιας και η φτώχεια δεν τους επέτρεπε να έχουν άλλα πλούτη να τα προικώσουν. Έβαζαν, λοιπόν, όλη τους την τέχνη στα υφαντουργήματά τους, γιατί αυτά στόλιζαν το φτωχικό τους σπίτι.

Ήταν θέμα αισθητικής, νοικοκυροσύνης και πολιτισμού. Κάθε υφαντό ήταν μοναδικό και με ένα σχέδιο καινούργιο, μιας και κάθε υφάντρα είχε το περιθώριο, να βάλει της δική της άποψη, ευαισθησία και χρώμα.

Η Υφαντική Τέχνη που θα σας περιγράψω είναι της εποχής του 1700-1980 περίπου.

Όλα ξεκινούσαν με το μαλλί που συνέλεγαν από τα ζώα τους, συνήθως πρόβατα, αλλά και τις κατσίκες, από το μαλλί των οποίων έφτιαχναν χοντρά υφαντά, τα σαγιάσματα για τις κουζίνες. Έπειτα, με τη διαδικασία του ζεματίσματος καθάριζαν το μαλλί με βραστό νερό και ξέπλεναν μέχρι να γίνει πεντακάθαρο. Ακολουθούσε το ξάσιμο. Το άνοιγαν λίγο-λίγο με τα χέρια τους μέχρι να αφρατέψει. Κατόπιν, το έκαναν “τουλούπες” και το τοποθετούσαν στην ρόκα, όπου το έγνεθαν σε νήμα. Τέλος, κατά το “φκέρωμα” έκαναν το μαλλί ματσέτες.

Αφού το μαλλί πλέον ήταν έτοιμο, ακολουθούσε το βάψιμό του. Οι πολύ παλιότερες γυναίκες χρησιμοποιούσαν φυτικές βαφές: κρεμμυδόφυλα, κρόκο, παντζάρια κ.α. αναλόγως το χρώμα που τους έδινε κάθε φυτό. Σύντομα, όμως, έκαναν την εμφανισή τους οι χημικές βαφές. Οι γυναίκες πλέον έβραζαν τη βαφή σε μεγάλα χάλκινα καζάνια επιτυγχάνοντας πολύ λαμπερά χρώματα.

Για φτάσει το μαλλί μέχρι τον αργαλειό ακολουθούνταν μια ολόκληρη ιεροτελεστεία. Οι παλιότερες που κατείχαν την τέχνη συγκεντρώνοντας και σε ομάδες “διάζονταν” το μάλλι, όπως έλεγαν, προκειμένου να το μετατρέψουν σε νήμα και να το μαζέψουν στο στημόνι. Αργότερα ήρθαν τα βαμβακερά στημόνια, όμως οι περισσότερες καρπέτες και καραμελωτές μαντανίες φτιάχτηκαν με μάλλινο στημόνι. Μετά από αυτή τη διαδικασία το διασίδι έμπαινε στον αργαλειό και η δημιουργική διαδικασία πλέον ξεκινούσε.

Οι καρπέτες, οι “καραμελωτές μαντανίες”, τα “βλαχοσκούτια” ήταν μοναδικής τέχνης εργόχειρα. Κάθε υφάντρα προσπαθούσε να ξεπεράσει σε σχέδιο και χρώμα την άλλη, ώστε το υφαντό της να την κάνει να ξεχωρίσει, ως η καλύτερη υφάντρα.

Τα σχέδια ήταν ατελείωτα! Τα περισσότερα και καλύτερα ήταν αυτά που δεν είχαν πολλά περάσματα με την σαΐτα από την μιαν άκρη στην άλλη, αλλά ήταν πλεγμένα με το χέρι, πράγμα που δημιουργούσε πολυπλοκότερο σχέδιο. Τα πιο σπάνια σχέδια ήταν αυτά, όπου η κεντήστρα είχε έμπνευση, στα οποία τοποθετούνταν ειδικό ένθετο στο κέντρο. Το ένθετο αυτό είναι πολύ εκλεπτυσμένο και παρουσίαζε παραστάσεις από τον αγροτικό βίο.

Στην Καρυά αναπτύχθηκε ιδιαίτερα η Υφαντική Τέχνη και σήμερα διασώζονται σπάνιας αισθητικής κομμάτια. Όπως μου διηγήθηκε η μάνα μου Όλγα Αρβανίτη, στην οικογένεια του πατέρα μου, φτιαγμένη από τις αδελφές του παππού μου, έχει κληροδοτηθεί μια μοναδική καρπέτα, που έφτιαξε η Ασπασία Αρβανίτη, με παράσταση από τη Θεία Γέννηση. Η καρπέτα αυτή εντυπωσίασε τόσο, όταν εκτέθηκε για πρώτη φορά, που έγινε προσπάθεια αντιγραφής από συγγενικό πρόσωπο, χωρίς της ίδια επιτυχία.

Τα “απλάδια” ήταν επίσης περίτεχνα, αλλά είχαν πιο πολλά ριξίματα της σαΐτας.  Οι καραμελωτές ήταν τεχνική που αναπτύχθηκε σε όλη την Ελλάδα, με αισθητές και χαρακτηριστικές διαφορές στα λευκαδίτικα σχέδια. Οι μαντανίες ήταν τα “χοντροσκούτια”, όπως τα έλεγαν που χρησιμοποιούσαν για σκεπάσματα. Συνήθως ήταν δίχρωμα με “ντάνες” πάνω-κάτω. Τα σχεδιά τους ήταν πιο τυποποιημένα σε σχέση με την ελευθερία που υπήρχε στις καρπέτες.

Κάποια από τα σπουδαιότερα υφαντά με μαλλί ήταν τα μαλλινοσέντονα και οι καρώ κουβέρτες. Τα μαλλινοσέντονα γίνονταν με ίσες σαϊτιές σε σειρές εναλλάξ μαλλί πολύ λεπτό, και βαμβακερό νήμα. Αυτό δημιουργούσε μια γκοφρέ όψη. Τα στόλιζαν πάνω-κάτω και με περίτεχνα σχέδια, συνήθως σε μπλέ και κόκκινο χρώμα. Αυτά χρησιμοποιούσαν ως νυφιάτικα “κουβερλί”, αλλά και ως διακοσμητικό για το καλοκαιρινό στρώσιμο του κρεβατιού.

Πολύ όμορφα, ακόμα, ήταν τα “καρώ”, φτιαγμένα συνήθως με πράσινο και κόκκινο χρώμα ή κόκκινο με μαύρο. Η χρήση τους ήταν βασικά για το στρώσιμο του σπιτιού. Ακολουθούσαν τα “σκούλινα”, δηλαδή λιναρίσια χαλιά φτιαγμένα με το χοντρό λινάρι που απέμενε μετά την κατεργασία του λιναριού. Το λινάρι που χρησιμοποιούνταν προέρχονταν από ατομικές μικροκαλλιέργιες.

Από τα πιο όμορφα υφαντά ήταν τα “καβαλοσκούτια”, τα υφαντά δηλαδή που τοποθετούσαν πάνω στο σαμάρι του αλόγου, όταν έβαζαν καβάλα τις γυναίκες. Πολύ πιο περίτεχνο και στολισμένο ολόγυρα με μικρές πολύχρωμες φουντίστες ήταν το “καβαλοσκούτι” που έστρωναν στο άλογο που θα μετέφερε τη νύφη και το γαμπρό στην εκκλησία την ημέρα του γάμου ή και μετά το μυστήριο από το ένα χωριό στο άλλο. Επικρατέστερο ήταν λαμπρό κόκκινο χρώμα με πολύ έντονα σχέδια, για να δώσει την αίσθηση της χαράς του γάμου. 

Μια ακόμη φίνα τέχνη που αναπτύχθηκε από τις υφάντρες της Λευκάδας, ήταν αυτή της παραγωγής εξαιρετικά εκλεπτυσμένων υφασμάτων από λινάρι. Και αυτό το λινάρι προέρχονταν από τις δικές τους προσωπικές μικρο-καλλιέργειες. Θυμάμαι τις ματσέτες από το λινάρι που χρησιμοποιούσαν οι αδελφές του παππού μου, που ήταν εξαιρετικές τεχνήτρες. 

Η κατεργασία του λιναριού είχε ως εξής: αφού μαλάκωναν το λινάρι στα λινοβρόχια, ακολουθούσε το χτύπημα και το “ξάσιμο” μέχρι να το γνέσουν σε πολύ λεπτή κλωστή. Από τα πολύ φίνα υφάσματα έφτιαχναν εσώρουχα, πουκάμισα και σεντόνια. Τα πιο χοντρά τα χρησιμοποιούσαν σε υφάσματα για στρώματα και μαξιλάρες. Οι καρώ κουβέρτες ήταν, επίσης, ολόλινες με σχέδιο μικρά καρώ, όπως τις μάλλινες καραμελωτές. Σπάνια κι αυτές είχαν πάνω-κάτω σχέδιο σε κόκκινο και μπλέ χρώμα.

Με το ακόμη χοντρύτερο νήμα ύφαιναν τα “παγιρίτσα”. Αυτά ήταν υφάσματα για τα στρώματα μέσα στα οποία τοποθετούσαν τα ροκόφυλλα. Τα τυλιγμένα πακέτα έμπαιναν κάτω από το στρώμα για το κάνουν πιο μαλακό. Τέλος από αυτό το χοντρό νήμα έφτιαχναν, επίσης, πιο ανθεκτικά μαξιλαρια, αλλά και “σακούλια” μέσα στα οποία μετέφεραν τα υπάρχοντά τους.

Ιδιαίτερη τεχνική απαιτούσε το κατσικίσιο μαλλί. Το χρησιμοποιούσαν για υφάνουν “σακούλια” και “κοντέσα”. Τα “κοντέσα” ήταν γυναικεία χοντρά αμάνικα πανωφόρια που φοριώντουσαν το χειμώνα. Ήταν βαμμένα σε μαύρο χρώμα με εφαρμοστό κομψό ράψιμο που δεν έφτανε παρά ως τις μασχάλες, καλύπτοντας το στήθος. Τα κεντούσαν με κόκκινο γαϊτάνι στην πλάτη και ολόγυρα με περίτεχνα σχέδια. Επίσης, με το κατσικίσιο μαλλί έφτιαχναν και τα “σαγιάσματα”, χοντρά δηλαδή χαλιά που έστρωναν στην κουζίνα για να κρατούν ζεστό το χώρο.

Τα “σακούλια” στην Λευκάδα είχαν τη δική τους ιδιαίτερη αισθητική με περίτεχνα συνήθως γεωμετρικά σχέδια. Βασικό σχέδιο με παραλλαγές ήταν ο ρόμβος. Κάθε υφάντρα έφτιαχνε δυο λογιών, τα “γυναικεία” με πολύ πλουμιστά σχέδια, και του σπιτιού, που χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά τροφίμων, εργαλείων και άλλων πραγμάτων. Τα σχέδια στα “σακούλια” του σπιτιού ήταν πιο απλά και συνήθως δίχρωμα με προεξάρχον το μαύρο και το κόκκινο χρώμα.

Στον αργαλειό φτιάχνονταν και οι “πάντες”. Αυτές στολίζονταν με σχέδια από λουλούδια και αναπαραστάσεις από ζώα, κυρίως γάτες και σκύλους, αλλά και πτηνα. Οι υφαντές πάντες προορίζονταν για τις κουζίνες και συνοδεύονταν από το “καναποσκούτι”, κάλυμα δηλαδή για τον καναπέ. Το σύνολο συμπλήρωναν συνήθως ταιριαστά υφαντά μαξιλάρια.

Τη δεκαετία του 1960 περίπου στην Λευκάδα αναπτύχθηκε μια νέα τεχνοτροπία κυρίως στα υφαντά τραπεζομάντηλα και στις πετσέτες, οι “σπάθες”. Οι “σπάθες” ήταν μια τεχνική όπου σχηματίζονταν στο στημόνι, με ένα πλακέ σανίδι, ένα σχέδιο “πλακέ”, φτιάχνοντας μικρά ευθύγραμμα τμήματα χρώματος μπλέ και κόκκινου πάνω στο λευκό ύφασμα. Με “σπάθες” διακοσμούσαν, όπως είπαμε, τραπεζομάντηλα φαγητού και πετσέτες, αλλά και μαξιλαράκια, καρέ και κουρτίνες. Η τεχνική αυτή κρατιέται ζωντανή ακόμα και σήμερα από κάποιες γυναίκες, οι οποίες αγωνίζονται για τη διάσωσή της.

Πιθανόν κάποια μεγαλύτερη τεχνήτρα με εμπειρία, να έκανε μια πιο αναλυτική περιγραφή. Εγώ με τις δικές μου γνώσεις και αναμνήσεις γράφω αυτό το κείμενο και το αφιερώνω στις υφάντρες της καρδιάς μου: Ασπασία Αρβανίτη, Ευανθία Αρβανίτη, Θεοδώρα Αρβανίτη, Αλεξάνδρα Αρβανίτη, Μαρία Αρβανίτη και φυσικά στη μάνα μου που υπήρξε μια σπουδαία υφάντρα, την Όλγα Αρβανίτη. Θέλω να τις ευχαριστήσω για την ομορφιά που μας χάρισαν και να τους υποσχεθώ, ότι θα διατηρήσω τα αριστουργήματά τους και θα τα μεταφέρω σαν παρακαταθήκη στα παιδιά μου.

Ευχαριστώ τη Μαρία Ντάβου που μου έδωσε το έναυσμα να γράψω για τη δική μου διαδρομή στην υφαντική τέχνη της Λευκάδας.

Υποβολή Σχολίου

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *